Μνήμη και Μάθηση (Ι)

Η μνήμη είναι από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου.
Όποιος έχει αλληλεπιδράσει ή έχει φροντίσει κάποιον άνθρωπο με εγκεφαλική βλάβη, αντιλαμβάνεται άμεσα τη μεγάλη σημασία που έχει η ανθρώπινη μνήμη όταν αναφερόμαστε στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο άνθρωπος που έχει χάσει τη μνήμη του, έχει χάσει ταυτόχρονα το χαρακτήρα του, σχεδόν την υπόστασή του, ενώ αποκλίνει από τον αποδεκτό τρόπο αλληλεπίδρασης με τους συνανθρώπους του. Τα χιλιάδες χρόνια εξέλιξης έχουν δημιουργήσει μια αξιοθαύμαστη ανθρώπινη λειτουργία, συνάμα όμως τόσο περίπλοκη και δύσκολη να μελετηθεί σε επίπεδο νευρώνων, αφού προς το παρόν θεμελιώδεις λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου δεν έχουν διερευνηθεί πλήρως. Κάθε στιγμή αλληλεπιδρούμε με το περιβάλλον μας λαμβάνοντας από αυτό ερεθίσματα τα οποία ο εγκέφαλός μας τα επεξεργάζεται είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα και στη συνέχεια «τα συμπεράσματα» της επεξεργασίας αυτής αποθηκεύονται στη μνήμη με σκοπό τη μεταγενέστερη ανάκλησή τους. Oι ερευνητές που ασχολούνται με την ανθρώπινη μνήμη και τη διαχείριση των ερεθισμάτων αυτών αναφέρουν τρεις διακριτές λειτουργίες της μνήμης: την κωδικοποίηση, την αποθήκευση και την ανάκληση (Lieberman 2012). Mε τον όρο κωδικοποίηση εννοούμε τη διαδικασία κατά την οποία μια εμπειρία που λαμβάνουμε από τα αισθητήριά μας εγγράφεται στον εγκέφαλό μας. Στη συνέχεια αυτή η εγγραφή αποθηκεύεται και, κάποια μεταγενέστερη στιγμή, με την κατάλληλη ευκαιρία ανακαλείται. Και οι τρεις παραπάνω διαδικασίες δεν είναι αυτόνομες μιας και επηρεάζουν η μία την άλλη, ενώ είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη μάθηση όπως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η σειρά των άρθρων για τη μνήμη και τη μάθηση στοχεύει στο να παρουσιάσει την επικρατούσα άποψη των ψυχολόγων για την αρχιτεκτονική της ανθρώπινης μνήμης. Το σκεπτικό είναι ότι αν γνωρίζουμε πώς λειτουργεί η ανθρώπινη μνήμη θα μπορούσαμε να διευκολύνουμε τη λειτουργία της και έτσι να μαθαίνουμε εμείς και οι μαθητές μας αποδοτικότερα και αποτελεσματικότερα.

Όπως κάθε πολύπλοκο πρόβλημα, έτσι και το ζήτημα της αρχιτεκτονικής και της λειτουργίας της ανθρώπινης μνήμης έχει μερικές αμφιλεγόμενες πλευρές, καθώς υπάρχουν διαφορετικές οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες οι ερευνητές προσεγγίζουν τη μνήμη (όπως για παράδειγμα αν η μνήμη είναι ενιαία ή έχει δομή). Παρόλα αυτά σε πολλά ζητήματα λειτουργίας της μνήμης υπάρχει συμφωνία, ενώ ένα μεγάλο τμήμα των ερευνητών συμφωνεί στη δομή της μνήμης που θα παρουσιάσω στη συνέχεια του άρθρου. Οι διαφορετικές οπτικές γωνίες πάντοτε ωφέλησαν την επιστήμη, μιας και μέσα από τη συζήτηση και την απόρριψη ή την αποδοχή στοιχείων των θεωριών που αναπτύσσονται υπάρχει πρόοδος στην κατανόηση των πολύπλοκων προβλημάτων.

Πολλοί ερευνητές της ανθρώπινης μνήμης συμφωνούν ότι η δομή της ανθρώπινης μνήμης αποτελείται από τρία διακριτά τμήματα που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Τα τμήματα αυτά είναι: i) η αισθητηριακή μνήμη (sensory memory), ii) η μνήμη εργασίας (working memory) και, iii) η μακρά μνήμη (long-term memory).

Βασική αρχιτεκτονική της ανθρώπινης μνήμης

Tα ερεθίσματα από το περιβάλλον εισέρχονται στην αισθητηριακή μνήμη και κάποια από αυτά προωθούνται στη μνήμη εργασίας η οποία με τη βοήθεια των πρότερων γνώσεων, που υπάρχουν στη μακρά μνήμη, προχωρά στη διαχείρισή τους. Το «προϊόν» της διαχείρισης αυτής αποθηκεύεται υπό κάποιες προϋποθέσεις στη μακρά μνήμη για μεταγενέστερη ανάκληση. Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι η πολυπόθητη μάθηση επιτελείται μόνο όταν συμβαίνουν μεταβολές στη μακρά μνήμη. Αν λοιπόν στοχεύσουμε στις γνώσεις που θέλουμε οι μαθητές μας να ενσωματώσουν στη μνήμη τους, τότε ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι να διευκολύνει την ενσωμάτωση αυτή με σκοπό οι γνώσεις που αποθηκεύονται στη μακρά μνήμη να διαρκούν στο χρόνο και να είναι εύκολα ανακλήσιμες όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Όμως, όπως όλοι οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουμε, αυτή η διαδικασία δεν είναι καθόλου εύκολη, όχι μόνο επειδή επηρεάζεται από διάφορους ψυχολογικούς παράγοντες όπως η παρακίνηση, η επιμονή, η στοχοθεσία, ο φόβος της αποτυχίας κ.ο.κ., αλλά επειδή σε κάθε μεμονωμένη διαδικασία ενσωμάτωσης μιας νέας πληροφορίας – γνώσης, τα χαρακτηριστικά των τμημάτων της μνήμης που αλληλεπιδρούν έχουν αδυναμίες που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Για παράδειγμα, αν οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν ότι όταν οι μαθητές εκτίθενται σε νέες πληροφορίες, η μνήμη εργασίας τους έχει μικρή χωρητικότητα, άρα και ικανότητα διαχείρισης της νέας πληροφορίας, τότε μπορεί να αντιληφθούν ότι στους αρχάριους μαθητές η διδασκαλία πρέπει να είναι ιδιαίτερα βηματική για να είναι αποτελεσματική. Αυτές ακριβώς τις αδυναμίες της μνήμης πρέπει να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί ώστε να μπορούν να χειριστούν αποδοτικότερα και αποτελεσματικότερα την καθημερινή διδακτική αλληλεπίδραση με τους μαθητές τους. Ένας ακόμη σκοπός της σειράς των άρθρων «Μάθηση και μνήμη» λοιπόν είναι να αναδείξει τις αδυναμίες αυτές μέσα από τη μελέτη των χαρακτηριστικών και των λειτουργιών των τμημάτων της μνήμης, ειδικά της μνήμης εργασίας και της μακράς μνήμης!
Θα ξεκινήσουμε όμως με την αισθητηριακή μνήμη.

Αισθητηριακή μνήμη (Sensory memory)

Η αισθητηριακή μνήμη περιλαμβάνει ξεχωριστά συστήματα που αναφέρονται στην όραση, στην ακοή, στην αφή και στην όσφρηση. Όμως, η όραση και η ακοή είναι μακράν πιο σχετικές με την εκπαίδευση, οπότε θα ασχοληθούμε μόνο με αυτές.
Αν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο ανάψουμε ένα αστεράκι (όπως αυτά στην τούρτα γενεθλίων) και αρχίζουμε να το κουνάμε πέρα – δώθε θα βλέπουμε ένα ίχνος το οποίο χάνεται πάρα πολύ γρήγορα. Το γεγονός όμως ότι μένει στην όρασή μας τόσο ώστε να μπορούμε να ζωγραφίσουμε τη γραμμή που αφήνει το αστεράκι σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο είδος οπτικής μνήμης που συγκρατεί για πολύ μικρή χρονική διάρκεια την πληροφορία αυτή (μικρότερη από 0,5 δευτερόλεπτα) (Baddeley et al. 2015). Σε αυτή την ιδιότητα της οπτικής μνήμης στηρίζεται και η δημιουργία των κινούμενων εικόνων και των ταινιών που δεν είναι τίποτε άλλο από μια αλληλουχία στατικών εικόνων που παρουσιάζονται πολύ γρήγορα.
Η αισθητηριακή μνήμη που αναφέρεται στον ήχο που λαμβάνουμε έχει μεγαλύτερη χρονική διάρκεια συγκράτησης δεδομένων που κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 δευτερολέπτων (Eysenck & Keane 2010). Η χρονική αυτή διάρκεια μας επιτρέπει να αποκωδικοποιούμε τον προφορικό λόγο και είναι σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη της ομιλίας στον άνθρωπο.
Αν κάποιος μας ζητήσει να θυμόμαστε έναν μεγάλο τηλεφωνικό αριθμό (πχ έναν αριθμό χώρας του εξωτερικού), τότε τα λάθη που θα κάνουμε κατά την επανάληψή του εξαρτώνται από το αν ο αριθμός αυτός μας δόθηκε γραπτά ή προφορικά. Αν μας δόθηκε γραπτά, άρα ενεργοποιήθηκε η οπτική μνήμη, τότε η πιθανότητα λάθους αυξάνεται προς τους τελευταίους αριθμούς της σειράς του τηλεφωνικού αριθμού. Αντίθετα, αν μας δόθηκε προφορικά, τότε η πιθανότητα λάθους είναι αυξημένη για τους πρώτους αριθμούς της σειράς (Baddeley et al. 2015) κάτι που αποδεικνύει τη διαφορά της χρονικής διάρκειας συγκράτησης των δεδομένων στην οπτική και ακουστική αισθητηριακή μνήμη.

Συμπεράσματα για τη διδασκαλία μας

Σύμφωνα με τα όσα ανέφερα πιο πάνω, η μικρή χρονική διάρκεια συγκράτησης των δεδομένων από την αισθητηριακή μνήμη, μάς πληροφορεί ότι κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας μας πρέπει να προσέχουμε και να περιορίζουμε την ποσότητα των δεδομένων στα οποία εκθέτουμε τους μαθητές. Επιπλέον, υπάρχουν στάδια ανάπτυξης της αισθητηριακής μνήμης που σημαίνει ότι οι μικρότεροι μαθητές έχουν μικρότερες δυνατότητες συγκράτησης δεδομένων. (Bruning et al. 2011).
Η χρονική διάρκεια της αισθητηριακής ακουστικής μνήμης (2 – 4 δευτερόλεπτα) είναι υπεύθυνη και για κάτι άλλο που διαπιστώνουμε εμείς οι εκπαιδευτικοί στην τάξη. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος κάποιος μαθητής συνομιλεί με το διπλανό του ή ονειροπολεί. Συνήθως ο καθηγητής κάνει στο μαθητή παρατήρηση ότι δεν προσέχει. Αρκετά συχνά ο μαθητής αυτός πληροφορεί τον καθηγητή του ότι παρόλο που μιλούσε με το συμμαθητή του άκουγε ταυτόχρονα τι έλεγε ο καθηγητής, άρα πρόσεχε. Μάλιστα ο μαθητής είναι ικανός να επαναλάβει κατά λέξη τα τελευταία λεγόμενα του καθηγητή του. Όμως ο μαθητής επαναλαμβάνει τα λεγόμενα του καθηγητή του χρησιμοποιώντας την αισθητηριακή ακουστική του μνήμη, δηλαδή έχει τη δυνατότητα να επαναλάβει ό,τι είπε ο καθηγητής του 2-4 δευτερόλεπτα πιο πριν, άσχετα αν πρόσεχε ή όχι. Είναι σίγουρο όμως ότι ο μαθητής αυτός, κατά τη διάρκεια που μιλούσε με το συμμαθητή του ή ονειροπολούσε δεν επεξεργάστηκε ποτέ τα λεγόμενα του καθηγητή του, οπότε δεν κατανόησε, ούτε έμαθε κάτι. Αυτό όμως θα δούμε γιατί συμβαίνει στο επόμενο άρθρο «Μάθηση και Μνήμη» που θα ασχοληθούμε με τη μνήμη εργασίας.

Αναφορές:

Baddeley, A., Eysenck, M. & Anderson, M., 2015. Memory 2nd ed., London: Psychology Press.
Bruning, R., Schraw, G. & Norby, M., 2011. Cognitive Psychology and instruction, Pearson.
Eysenck, M.W. & Keane, M.T., 2010. Cognitive psychology : a student’s handbook 6th ed., Psychology Press.
Lieberman, D., 2012. Human Learning and Memory 1st ed., Cambridge University Press.

Το 2ο άρθρο της σειράς Μνήμη και Μάθηση μπορείτε να το διαβάσετε πατώντας εδώ.

2 thoughts on “Μνήμη και Μάθηση (Ι)”

  1. Μάριος Αποστόλου

    Είναι τόσο απλό και κατανοητό το άρθρο που εντυπωσιάζει! Εμένα μου έλυσε απορίες και μου χάρισε χαμόγελα. Ένα άρθρο χρήσιμο στον καθένα μας, ανεξάρτητα απ΄ την ιδιότητά μας για να κατανοήσουμε εμάς και τα παιδιά μας χωρίς ενοχές. Άριστο!!!

Θα χαρώ πολύ να σχολιάσετε τη δημοσίευσή μου!