Μνήμη και Μάθηση (ΙΙ) – Η Μνήμη Εργασίας

Στο προηγούμενο άρθρο μου Μνήμη και μάθηση (Ι) αναφέρθηκα στο γιατί πρέπει εμείς οι εκπαιδευτικοί να γνωρίζουμε το πώς λειτουργεί η ανθρώπινη μνήμη, και περιέγραψα τρεις βασικές λειτουργίες που επιτελεί η μνήμη μας όταν μαθαίνουμε κάτι καινούριο. Επίσης μίλησα για την αρχιτεκτονική της μνήμης και ανέλυσα την αισθητηριακή μνήμη στο επίπεδο που χρειάζεται για εμάς τους εκπαιδευτικούς. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθώ στη Μνήμη Εργασίας (Working Memory) που είναι πολύ ουσιαστική για τη μάθηση, μιας και οι ιδιαιτερότητές της, και ειδικότερα οι «αδυναμίες» της, μπορούν να εμποδίσουν ιδιαίτερα έντονα την ενσωμάτωση των γνώσεων στη Μακρά Μνήμη (Long-term Memory). Να σημειώσω ότι υπάρχουν αρκετά διαφορετικά μοντέλα της Μνήμης Εργασίας, όμως στη συντριπτική τους πλειοψηφία «συμφωνούν» για τη μεγάλη σημασία που έχει για την ενσωμάτωση νέων γνώσεων στη Μακρά Μνήμη.

Τι είναι η Μνήμη Εργασίας;

Σε γενικές γραμμές, η Μνήμη Εργασίας είναι το τμήμα εκείνο της ανθρώπινης μνήμης όπου γίνεται η επεξεργασία και η κωδικοποίηση της πληροφορίας που λαμβάνουμε, ενώ συμμετέχει και στην αποθήκευση των νέων γνώσεων, αλλά και στην ανάκληση των παλαιότερων που βρίσκονται στη μακρά μνήμη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι η κεντρική μονάδα επεξεργασίας που υλοποιεί τη σκέψη μας και είναι συνδεδεμένη άμεσα με την ανθρώπινη συνείδηση (Baddeley et al. 2015).
Ας το κάνουμε λίγο πιο κατανοητό…
Αυτή τη στιγμή που διαβάζεις το άρθρο, η λειτουργία της Μνήμης Εργασίας σε καθιστά ικανό να καταλαβαίνεις τις προτάσεις και να τις συνδέεις με τις πρότερες γνώσεις σου, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζεις κάποιες νέες γνώσεις που δεν τις είχες αποθηκευμένες στη Μακρά Μνήμη. Δυστυχώς όμως δεν αρκεί το απλό διάβασμα του άρθρου για να μπορείς να αποθηκεύσεις με ακρίβεια αυτές τις νέες γνώσεις στη Μακρά Μνήμη, δηλαδή για να μάθεις τις νέες αυτές γνώσεις. Όμως έχεις κάνει μια καλή αρχή! Έχεις επικεντρώσει την προσοχή σου στο άρθρο και το κάνεις με τη βοήθεια της Μνήμης Εργασίας. Είναι φανερό ότι αν θέλεις να μάθεις κάτι συγκεκριμένο πρέπει να επικεντρώσεις την προσοχή σου σε αυτό. Άλλωστε, για σκέψου πόσα πολλά πράγματα συμβαίνουν γύρω σου τώρα που διαβάζεις το άρθρο, τα οποία όμως δεν καταλαβαίνεις ότι συμβαίνουν μιας και δεν τους δίνεις σημασία, δεν τα προσέχεις! Η Μνήμη Εργασίας σού παρέχει τον προβολέα που φωτίζει ένα μικρό τμήμα του κόσμου που είναι γύρω σου με σκοπό να κατανοήσεις τι συμβαίνει σε αυτό το μικρό κομμάτι του κόσμου.
Αλλά γιατί αυτός ο προβολέας να μην έχει μεγαλύτερο εύρος ώστε να βλέπουμε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα του κόσμου γύρω μας; Θα μπορούσε αυτό να είναι μια αδυναμία της μνήμης εργασίας; Πριν απαντήσουμε στο συγκεκριμένο ερώτημα, ας δούμε δύο ακόμη χαρακτηριστικά της Μνήμης Εργασίας κάνοντας δύο νοητικά πειράματα.

1ο πείραμα:
Δοκιμάστε να πολλαπλασιάσετε με το νου, χωρίς μολύβι και χαρτί ή άλλα βοηθήματα, τους αριθμούς 287 και 179. Τι παρατηρείτε;

Ενώ γνωρίζετε τη διαδικασία για να υλοποιήσετε τον πολλαπλασιασμό, βιώ­νε­τε δυσκολία να συγκρατήσετε τα αποτελέσματα των επιμέρους πολλαπλασιασμών καθώς και τα κρατούμενα που χρειάζονται κάθε φορά. Αυτή η δυσκολία προέρχεται από ένα ακόμη χαρακτηριστικό της Μνήμης Εργασίας: τη μικρή χρονική διάρκεια συγκράτησης νέων δεδομένων (με τον όρο «νέα δεδομένα» εννοώ δεδομένα που δεν υπάρχουν στη Μακρά Μνήμη με τη συγκεκριμένη μορφή που τα βιώνουμε). Πολλές φορές, για να υπερπηδήσουμε το πρόβλημα της μικρής χρονικής διάρκειας συγκράτησης νέων δεδομένων χρησιμοποιούμε την εσωτερική μας φωνή επαναλαμβάνοντας συνεχώς τον αριθμό τον οποίο θέλουμε να θυμόμαστε (για παράδειγμα, αν θέλουμε να συγκρατήσουμε για λίγη ώρα τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου που μας έδωσε προφορικά ένας φίλος μας).

2ο πείραμα:
Θεωρήστε τον αριθμό 964315864965458. Προσπαθήστε να τον απομνημονεύσετε!

Ενώ προσπαθήσατε να απομνημονεύσετε τα ψηφία του αριθμού διαδοχικά, από έναν αριθμό ψηφίων και πάνω αυτό ήταν αδύνατο. Μάλιστα, πιθανά να προσπαθήσατε να ομαδοποιήσετε τους αριθμούς σε ομάδες μεγαλύτερες του ενός ψηφίου, αλλά το πιθανότερο είναι και πάλι να μην τα καταφέρατε λόγω του μεγάλου αριθμού ομάδων που έπρεπε να χωρέσετε στη Μνήμη Εργασίας. Με άλλα λόγια, η Μνήμη Εργασίας έχει περιορισμένη χωρητικότητα προσωρινής αποθήκευσης νέων δεδομένων.

Η Μνήμη Εργασίας σού παρέχει τον προβολέα που φωτίζει ένα μικρό τμήμα του κόσμου που είναι γύρω σου με σκοπό να κατανοήσεις τι συμβαίνει σε αυτό το μικρό κομμάτι του κόσμου. Επιπλέον έχει περιορισμένη χωρητικότητα και μικρή χρονική διάρκεια συγκράτησης νέων δεδομένων. 

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά φαίνονται ως αδυναμίες της Μνήμης Εργασίας. Το ίδιο φαίνεται να είναι και η δυνατότητά μας να επικεντρώνουμε την προσοχή μας κάθε φορά μόνο σε ένα πολύ μικρό κομμάτι του κόσμου γύρω μας. Όμως αυτά τα εξελικτικά χαρακτηριστικά της Μνήμης Εργασίας ίσως να μην μπορούσαν να είναι διαφορετικά για την επιβίωσή μας σε έναν τόσο πολύπλοκο κόσμο που υπάρχει γύρω μας. Αν ο εγκέφαλός μας έπρεπε να διαχειριστεί ταυτόχρονα 3 καινούριες πληρο­φορίες από το περιβάλλον γύρω του, τότε σύμφωνα με την επιστήμη της στα­τιστικής οι συνδυασμοί που θα έπρεπε να διαχειριστεί η Μνήμη Εργασίας μας θα ήταν 3! = 1 x 2 x 3 = 6, κάτι που συνήθως είναι εφικτό. Αν όμως έπρεπε να διαχειριστεί 10 καινούριες πληροφορίες ταυτόχρονα, τότε οι πιθανοί συνδυασμοί θα ήταν 10! = 3.628.800.  Για μια τέτοια τεράστια ποσότητα συνδυασμών ο ανθρώπινος εγκέφαλος θα χρειαζόταν να καταναλώσει ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό ενέργειας για να μπορέσει να κατανοήσει και να αποθηκεύσει τα δεδομένα που δέχεται κάθε στιγμή με σκοπό την πρόβλεψη της λειτουργίας του κόσμου γύρω του. Το αποτέλεσμα φυσικά θα ήταν καταστροφικό για τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους, αφού τέτοιες βιολογικές δυνατότητες δεν υπάρχουν (Sweller et al. 2011).

Ποια είναι η δομή της Μνήμης Εργασίας;

Όπως προανέφερα οι επιστήμονες διαφωνούν για τη δομή της Μνήμης Εργασίας. Παρόλα αυτά, στην συντριπτική πλειοψηφία τους, συμφωνούν για την ύπαρξή της και τη λειτουργία της παρομοιάζοντάς την με ένα νοητικό πάγκο ο οποίος ταυτόχρονα διαχειρίζεται και συγκρατεί πληροφορίες (Bablekou 2009).
Ένα διαδεδομένο μοντέλο είναι το μοντέλο του Alan Baddeley, σύμφωνα με το οποίο η Μνήμη Εργασίας αποτελείται από τέσσερα τμήματα:
i) το φωνολογικό κύκλωμα (phonological loop) που αναφέρεται στη διαχείριση ακουστικών ερεθισμάτων, ii) το οπτικό-χωρικό σημειωματάριο (visuo-spatial), που αναφέρεται στη διαχείριση των οπτικών ερεθισμάτων, iii) την κεντρική εκτελεστική μονάδα που διαχειρίζεται τα προηγούμενα δύο συστήματα καθώς και το πού θα δοθεί η προσοχή, και iv) το επεισοδικό κύκλωμα που εκτελεί χρέη διασύνδεσης με τη Μακρά Μνήμη και μπορεί να συγκρατεί και να συνενώνει πληροφορίες από όλες τις αισθήσεις ώστε να δημιουργείται η εικόνα του συνεκτικού κόσμου που βλέπουμε γύρω μας.

Ποια είναι η σχέση της μνήμης εργασίας με τη μάθηση;

Μια ερμηνεία για το τι είναι Μάθηση μέσα από το πρίσμα του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος διαχειρίζεται την πληροφορία που λαμβάνει, μπορεί να είναι η εξής: Μάθηση είναι η διαδικασία αποθήκευσης νέων γνώσεων στη Μακρά Μνήμη με σκοπό τη χρήση των γνώσεων αυτών στο μέλλον.
Στην καθημερινότητά μας, όταν βιώνουμε μια κατάσταση για την οποία έχουμε πρότερες εμπειρίες, δηλαδή έχουμε ήδη στη Μακρά Μνήμη δομημένη γνώση για τη διαχείριση των εμπειριών αυτών, τότε η Μνήμη Εργασίας δεν εμφανίζει τους περιορισμούς της μικρής χωρητικότητας και της μικρής χρονικής διάρκειας συγκράτησης δεδομένων. Αυτό συμβαίνει διότι η Μνήμη Εργασίας συνεργάζεται στην περίπτωση αυτή με τη Μακρά Μνήμη ώστε η πληροφορία από τις πρότερες γνώσεις να καθοδηγεί απρόσκοπτα τη λήψη αποφάσεων και μάλιστα πολλές φορές αυτομα­το­ποι­ημένα. Για να το κατανοήσετε καλύτερα αυτό, μπορείτε να σκεφτείτε πόσο εύκολα διαχειρίζεστε καθημερινές καταστάσεις για τις οποίες ο εγκέφαλος γνωρίζει ήδη πώς να τις χειριστεί (για παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο θα ανοίξετε την πόρτα του σπιτιού σας ή το πώς θα χειριστείτε ένα βιβλίο που θέλετε να διαβάσετε).
Aντίθετα, οι περιορισμοί της Μνήμης Εργασίας έχουν ιδιαίτερη σημασία όταν αντιμετωπίζουμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, δηλαδή, όταν δεν υπάρχει πρότερη γνώση καταχωρημένη στη Μακρά Μνήμη (για παράδειγμα όταν θέλουμε να διαβάσουμε για να μάθουμε μια ενότητα στο μάθημα της Βιολογίας). Στην περίπτωση αυτή, η χωρητικότητα της Μνήμης Εργασίας καθορίζει πόσα δεδομένα μπορούν να συγκρατηθούν ταυτόχρονα, έτσι ώστε αυτά στη συνέχεια να συνδυαστούν είτε μεταξύ τους, είτε με τις προϋπάρχουσες γνώσεις της Μακράς Μνήμης. Αυτή είναι και η περίπτωση που είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση και τη μάθηση (Cowan 2014).

Η Μνήμη Εργασίας δεν θέτει περιορισμούς όταν βιώνουμε πληροφορίες που είναι ήδη γνωστές!

Ένα παράδειγμα για τα παραπάνω είναι η οδήγηση του αυτοκινήτου. Μια έμπειρη οδηγός οδηγεί αυτοματοποιημένα, κάνοντας σχεδόν ασυνείδητα τις ενέργειες εκείνες που απαιτούνται ώστε να οδηγεί σωστά το αυτοκίνητο. Η Μνήμη Εργασίας θα εμφανίσει τους περιορισμούς της μόνο όταν η οδηγός βρεθεί αντιμέτωπη με κάποια νέα κατάσταση, για την οποία είτε δεν έχει πρότερες πληροφορίες στη Μακρά της Μνήμη, είτε οι πρότερες γνώσεις της είναι «θολές» και δεν αναγνωρίζουν στην ολότητά της τη νέα κατάσταση που αντιμετωπίζει. Στην περίπτωση αυτή, η ανάγκη για συγκέντρωση της προσοχής της είναι επιτακτική, νιώθοντας με τον τρόπο αυτό η οδηγός την αδυναμία που έχει η Μνήμη Εργασίας στη διαχείριση πολλών νέων δεδομένων ταυτόχρονα.

Μνήμη Εργασίας και νοητική ανάπτυξη

Οι δυνατότητες της Μνήμης Εργασίας ενός ανθρώπου μεταβάλλονται στη διάρκεια ζωής του και αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες.
Οι μικρότερες ηλικίες δεν μπορούν να διαχειριστούν την ίδια ποσότητα συσχετίσεων μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να κρατηθούν στη μνήμη εργασίας (Cowan 2014). Στην ηλικία των 14 ετών η ανάπτυξη της Μνήμης Εργασίας έχει φτάσει περίπου σε αυτή του ενήλικα. Στην ηλικία των 6 ετών όμως η οπτικο-χωρική δυνατότητα και η δυνατότητα λειτουργίας της εκτελεστικής μονάδας είναι η μισή από αυτή της ηλικίας των 14 ετών, ενώ το ακουστικό τμήμα υπολείπεται σε δυνατότητα κατά περίπου 25% (Gathercole et al. 2006). Παράλληλα, στην ίδια σχολική τάξη μπορεί να υπάρχουν μαθητές που η Μνήμη Εργασίας τους δεν είναι ανεπτυγμένη ανάλογα με την ηλικία τους. Μια τυπική σχολική τάξη  9-χρονων μαθητών μπορεί να περιλαμβάνει μαθητές που η Μνήμη Εργασίας τους αντιστοιχεί σε ηλικίες από 7 έως 12 χρονών (Gathercole et al. 2006), κάτι που φυσικά δυσκολεύει την εργασία του εκπαιδευτικού. Παρόλα αυτά, μπορεί να μην είναι μόνο η νοητική ανάπτυξη που παίζει ρόλο, αλλά και η ποσότητα των γνώσεων που συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου. Έχει αποδειχθεί ότι ακόμη και μια μικρή εξοικείωση με ένα μαθησιακό θέμα μπορεί να βελτιώσει τον τρόπο λειτουργίας της Μνήμης Εργασίας στο θέμα αυτό.

Μπορεί να βελτιωθεί η Μνήμη Εργασίας με την κατάλληλη εκγύμνασή της;

Mε τον όρο «εκγύμναση της Μνήμης Εργασίας» εννοούμε την προσπάθεια βελτίωσης της λειτουργίας της με τη βοήθεια μέσων όπως παιχνίδια μνήμης, πάζλ, κουίζ που εξασκούν τη χωρική και οπτική αντίληψη, καθώς και τη δυνατότητα συγκέντρωσης σε μια εργασία. Η αρχή αυτής της προσπάθειας, η οποία βλέπει τη Μνήμη Εργασίας ως έναν μυ που χρειάζεται εκγύμναση, ξεκίνησε από το Σουηδό νευρο-επιστήμονα Torkel Klingberg με τη δημιουργία ενός προγράμματος σε υπολογιστή που είχε την ονομασία Cogmed και για το οποίο υπήρχε ο ισχυρισμός ότι μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της Μνήμης Εργασίας των παιδιών με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας. Σήμερα έχουν αναπτυχθεί και άλλα αντίστοιχα προγράμματα για τον υπολογιστή, όπως το Mindsparke ή το Lumosity. Oι έρευνες για την αποτελεσματικότητα των συγκεκριμένων προγραμμάτων δείχνουν ελάχιστη απόδοση στη βελτίωση της λειτουργίας της Μνήμης Εργασίας. Ακόμη και όταν τα προγράμματα αυτά έχουν κάποιο παροδικό αποτέλεσμα, αυτό οφείλεται στη βελτίωση από τη συνεχή εξάσκηση στη συγκεκριμένη εργασία και όχι στη γενικότερη βελτίωση της Μνήμης Εργασίας (Melby-Lervåg et al. 2016).

Μη σπαταλάτε τα λεφτά σας σε αμφιλεγόμενα παιχνίδια ή κουίζ που ισχυρίζονται ότι βελτιώνουν την προσοχή σας και γενικότερα την ευφυΐα σας!

Το ίδιο συμβαίνει και με την προσπάθεια εξάσκησης της Μνήμης Εργασίας μέσω άλλων βοηθημάτων όπως πάζλ, κουίζ για βελτίωση της χωρικής και οπτικής αντίληψης. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να λύνουμε πάζλ και κουίζ τα οποία έχουν σκοπό να μας ψυχαγωγήσουν. Ας έχουμε όμως υπόψη μας ότι δε συνεισφέρουν στη γενικότερη βελτίωση της ευφυΐας μας ακόμη και αν προοδευτικά γινόμαστε εμπειρογνώμονες σε αυτά!

Συμπεράσματα για τη διδασκαλία μας

Στα προηγούμενα ανέπτυξα σε γενικές γραμμές κάποια χαρακτηριστικά της Μνήμης Εργασίας καθώς και τη σημασία που αυτή έχει για τη διαδικασία της μάθησης.
Ας συνοψίσουμε εδώ ότι η Μνήμη Εργασίας είναι εξαιρετικά σημαντική για την εκμάθηση νέων γνώσεων, αλλά έχει περιορισμούς στη χωρητικότητα και τη χρονική διάρκεια συγκράτησης νέων δεδομένων. Αυτούς τους περιορισμούς πρέπει να τους λαμβάνουμε υπόψη εμείς οι εκπαιδευτικοί κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας μας, καθώς και οι μαθητές όταν διαβάζουν, προσπαθώντας να μάθουν κάτι συγκεκριμένο. Αφού η Μνήμη Εργασίας δεν έχει ούτε μεγάλη χωρητικότητα ούτε μεγάλη χρονική διάρκεια συγκράτησης νέων δεδομένων, τότε είναι πιθανό να μην μπορεί να διαχειριστεί το γνωσιακό φορτίο στο οποίο πολλές φορές εμείς οι δάσκαλοι υποβάλλουμε τους μαθητές μας. Με άλλα λόγια υπάρχουν στιγμές που η Μνήμη Εργασίας των μαθητών μας υπερφορτώνεται. Η συνέπεια της υπερφόρτωσης αυτής είναι η έλλειψη κατανόησης, δηλαδή η μικρή δυνατότητα συσχέτισης νέων εννοιών με τις ήδη υπάρχουσες που βρίσκονται στη Μακρά Μνήμη, με αποτέλεσμα τον εμποδισμό της μάθησης!

Μεγάλη προσοχή πρέπει να δίνεται στην υπερφόρτωση της Μνήμης Εργασίας!

Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας μας πρέπει να παρουσιά­σου­με στους μαθητές μας σύνθετες έννοιες που έχουν από τη φύση τους πολλές συσχετίσεις με άλλες έννοιες. Όμως η δυνατότητα της Μνήμης Εργασίας των μαθητών μπορεί να μη μπορεί να διαχειριστεί όλες αυτές τις συσχετίσεις. Αν οι μαθητές δεν καθοδηγηθούν σωστά οδηγούνται να «παπαγαλίσουν» τη σύνθετη έννοια, δηλαδή να τη μάθουν επιφανειακά, χωρίς στην ουσία να την έχουν κατανοήσει. Ο Nelson Cowan (2014) μας δίνει το επόμενο παράδειγμα για το τι σημαίνει επιφανειακή μάθηση, συσχετίζοντάς την με την έλλειψη των σχετικών συνδέσεων στη μνήμη εργασίας! Αν θεωρήσουμε ότι δίνονται οι μαθηματικές εκφράσεις a+b=c+d και c+d=e, τότε για να μπορέσουμε να φτάσουμε στη συνεπαγωγή του a+b=e πρέπει αφενός να γνωρίζουμε την αντίστοιχη μαθηματική ιδιότητα και αφετέρου να μπορούμε να συγκρατούμε τις δύο αυτές εκφράσεις ταυτόχρονα στη Μνήμη Εργασίας ώστε να κάνουμε τη συγκεκριμένη συσχέτιση. Αν δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε ταυτόχρονα τις δύο αυτές εκφράσεις, τότε η αναγκαία συσχέτιση δε θα γίνει στη Μνήμη Εργασίας μας, οπότε θα είναι δύσκολο να μπορέσουμε να κάνουμε την αντίστοιχη εργασία σε ένα διαφορετικό πρόβλημα που θα συναντήσουμε αργότερα.
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού λοιπόν είναι να εξασφαλίζει τη μη υπερφόρτωση της Μνήμης Εργασίας των μαθητών του ώστε να μπορεί να συμβαίνει η μάθηση χωρίς εμποδισμό.
Ειδικά στις μικρότερες ηλικίες που η Μνήμη Εργασίας δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως, είναι καλύτερα οι προτάσεις που χρησιμοποιούμε να μην περιλαμ­βάνουν πολλές πληροφορίες, εκτός και αν οι πληροφορίες αυτές μπορούν εύκολα να συνδυαστούν. Επίσης, οι προτάσεις μας δεν πρέπει να είναι διατυ­πωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε αυτές να παραμένουν αρκετή ώρα στη Μνήμη Εργα­σίας χωρίς να είναι συνδεδεμένες με την κεντρική ιδέα. Για παράδειγμα, δείτε την επόμενη πρόταση:
«Πολλοί λένε ότι, αν η δουλειά σου δεν είναι πιεστική, το αυτοκίνητό σου είναι εντάξει, και τα φύλλα των δέντρων έχουν αλλάξει χρώμα, τότε είναι καλή στιγμή για φθινοπωρινές διακοπές».
Στην πρόταση αυτή η κεντρική ιδέα είναι διατυπωμένη στο τέλος (…είναι καλή στιγμή για φθινοπωρινές διακοπές), οπότε οι προηγούμενες πληροφορίες περιμένουν αρκετή ώρα στη Μνήμη Εργασίας για να ενσωματωθούν με την κεντρική ιδέα, κάτι που υπερφορτώνει τη Μνήμη Εργασίας. Μια καλύτερη διατύπωση θα ήταν η κεντρική ιδέα να είναι στην αρχή της πρότασης. Δηλαδή:
«Πολλοί λένε ότι μια καλή στιγμή για φθινοπωρινές διακοπές είναι όταν η δουλειά σου δεν είναι πιεστική, το αυτοκίνητό σου είναι εντάξει και τα φύλλα των δέντρων έχουν αλλάξει χρώμα» (Cowan 2014).
Είναι επίσης συχνή η περίπτωση μαθητών που η Μνήμη Εργασίας τους δεν έχει αναπτυχθεί με βάση την ηλικία τους με αποτέλεσμα να είναι ανεπαρκής για την παρακολούθηση της διδασκαλίας. Σύμφωνα με τους Gathercole, S.E., Lamont, E. & Alloway, T.P. (2006), τα παιδιά αυτά δεν εμφανίζουν συνήθως παραβατική συμπεριφορά, ούτε έχουν προβλήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης. Όμως, είναι απρόθυμα να συμμετέχουν σε συζητήσεις μέσα στην τάξη, ενώ σε μικρότερες ηλικίες είναι δύσκολο να ακολουθήσουν οδηγίες. Τις περισσότερες φορές, αυτού του είδους οι δυσκολίες δεν αποδίδονται από τους εκπαιδευτικούς σε προβλήματα της Μνήμης Εργασίας, οπότε οι όποιες εκπαιδευτικές παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα.

Συνοψίζοντας, η Μνήμη Εργασίας είναι ουσιαστικός παράγοντας για τη μάθηση και ο εκπαιδευτικός πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός ώστε οι παρεμβάσεις του να μην υπερφορτώνουν τη Μνήμη Εργασίας των μαθητών.
Για το σκοπό αυτό, πρέπει ο εκπαιδευτικός να ακολουθεί βηματική προσέγγιση στη διδασκαλία του θέτοντας στους μαθητές του εργασίες που δεν είναι εξαι­ρετικά δύσκολες για το νοητικό επίπεδο που αυτοί βρίσκονται. Επιπλέον, πρέ­πει να είναι αναλυτικός στην τάξη και να μην παραλείπει διδακτικά βήματα που είναι αναγκαία για την κατανόηση των γνώσεων που απαιτούνται. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάει ότι οι μαθητές του είναι αρχάριοι, ενώ αυτός είναι εμπειρογνώμων στο μάθημά του, οπότε υπόκειται έντονα στην κατάρα της γνώσης.

Βιβλιογραφία

  1. Bablekou, Z., 2009. Nous – Cognitive Models of Working Memory. In Cognitive and Emotional Processes in Web-Based Education. IGI Global, pp. 86–109.
  2. Baddeley, A., Eysenck, M. & Anderson, M., 2015. Memory 2nd ed., London: Psychology Press.
  3. Cowan, N., 2014. Working Memory Underpins Cognitive Development, Learning, and Education. Educational Psychology Review, 26(2), pp.197–223.
  4. Gathercole, S.E., Lamont, E. & Alloway, T.P., 2006. Working Memory in the Classroom. In Working Memory and Education. Elsevier, pp. 219–240.
    Melby-Lervåg, M., Redick, T. & Hulme, C., 2016. Working Memory Training Does Not Improve Performance on Measures of Intelligence or Other Measures of “Far Transfer”: Evidence from a Meta-Analytic Review. Perspectives on psychological science : a journal of the Association for Psychological Science, 11(4), pp.512–534. Available at: http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4968033/.
  5. Sweller, J., Ayres, P. & Kalyuga, S., 2011. Cognitive Load Theory, New York, NY: Springer New York.

2 thoughts on “Μνήμη και Μάθηση (ΙΙ) – Η Μνήμη Εργασίας”

  1. Εξαιρετικό άρθρο Γιώργο και θα το μελετήσω διεξοδικα γιατί έχει πολύ ζουμί

Θα χαρώ πολύ να σχολιάσετε τη δημοσίευσή μου!