Eίναι η μάθηση δύσκολη υπόθεση;

Πολύ συχνά παρατηρούμε τους μαθητές μας να αναβάλλουν το διάβασμά τους ή τη μελέτη τους χάριν άλλων δραστηριοτήτων που φαίνεται να έχουν περισσότερο ενδιαφέρον. Επιπλέον, οι μαθητές που αποφασίζουν να διαβάσουν νιώθουν εξαντλημένοι και κουρασμένοι μετά από αρκετές ώρες διάβασμα, ενώ πολύ συχνά η σκέψη τους περιπλανιέται σε άλλα θέματα εκτός του θέματος που μελετούν.
Έχετε προσπαθήσει να μελετήσετε κάτι όταν νυστάζετε; Προφανώς δεν θα προλάβετε να διαβάσετε παραπάνω από μια παράγραφο και τα μάτια σας θα κλείσουν. Έχετε όμως προσπαθήσει να σερφάρετε στο internet όταν νυστάζετε ή να παίξετε κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι; Αν ναι, τότε ξέρετε πολύ καλά ότι έχετε μεγάλες πιθανότητες ο ύπνος να αργήσει να έρθει. Μήπως τα παραπάνω αποτελούν ενδείξεις ότι η μάθηση είναι μια δύσκολη υπόθεση;

Όταν μαθαίνουμε κάτι συγκεκριμένο, το περιεχόμενο της Μακράς μας Μνήμης μεταβάλλεται (η Μακρά μνήμη είναι το είδος της μνήμης στο οποίο αποθηκεύουμε τις γνώσεις μας – για περισσότερα εδώ). Για να συμβεί αυτό πρέπει να επιτευχθούν τρεις σημαντικές διεργασίες: i) εγγραφή της γνώσης (κωδικοποίηση) στη Μακρά Μνήμη, ii) αποθήκευση της γνώσης στη Μακρά Μνήμη και iii) ανάκληση της γνώσης όποτε αυτό απαιτείται. Η τρίτη διεργασία σε πρώτη φάση δεν είναι αναγκαία για να συμβεί η μάθηση, αλλά απαιτείται για να αντιληφθούμε εμείς ή για να αντιληφθούν όσοι μας διδάσκουν αν έχει συμβεί η αναγκαία εγγραφή και η αποθήκευση της γνώσης στη Μακρά Μνήμη μας. Επιπλέον, οι έρευνες αναφέρουν ότι η συχνή ανάκληση μιας γνώσης ενισχύει ταυτόχρονα την αποθήκευσή της καθώς και την ευκολία ανάκλησής της. Δηλαδή η ανάκληση μιας γνώσης συνεισφέρει περαιτέρω στη μάθηση της γνώσης αυτής.

Ένας χωρισμός των ειδών γνώσης

Ένας χρήσιμος χωρισμός των ειδών γνώσης που αποθηκεύουμε στη Μακρά Μνήμη έγινε από τον εξελικτικό βιολόγο David Geary που χώρισε τις γνώσεις:
α) σε βιολογικά πρωτογενείς και β) σε βιολογικά δευτερογενείς.
Για τις πρώτες έχουμε εξελιχθεί (βιολογικά) να τις αποκτάμε χωρίς κόπο και συνειδητή προσπάθεια, χωρίς κάποια διαδικασία διδασκαλίας, ακόμη και αν οι γνώσεις αυτές είναι σύνθετες. Για παράδειγμα, κανένας δε μας δίδαξε τον τρόπο να περπατάμε (γνώση είναι και αυτή που αποθηκεύεται στη Μακρά Μνήμη) ή κανένας δε μας δίδαξε ρητά πώς να μάθουμε να μιλάμε ή πώς να αναγνωρίζουμε από τις εκφράσεις του προσώπου ενός ανθρώπου τα συναισθήματά του. Όλες αυτές τις γνώσεις τις αποκτάμε απλώς αλληλεπιδρώντας με το περιβάλλον μας και φυσικά συνεισφέρουν στην επιβίωσή μας και στο ευζήν. Αντίθετα, τις βιολογικά δευτερογενείς γνώσεις τις αποκτάμε μόνο μετά από συνειδητή και κοπιώδη προσπάθεια, ενώ η διαδικασία απόκτησής τους είναι αργή μιας και χρειάζονται αρκετές προσπάθειες εγγραφής των γνώσεων αυτών στη Μακρά Μνήμη. Παραδείγματα τέτοιων γνώσεων είναι η γραφή και η ανάγνωση και γενικά όλες οι γνώσεις που μαθαίνουμε στο σχολείο μέσα από την έκθεσή μας στα διάφορα σχολικά μαθήματα.

Γιατί όμως τις βιολογικά δευτερογενείς γνώσεις τις αποκτάμε αργά και μάλιστα με κόπο και προσπάθεια;
Η απάντηση έχει να κάνει με τον τρόπο λειτουργίας της μνήμης μας. Όταν μελετάμε ένα πρόβλημα φυσικής ή όταν προσπαθούμε να αναλύσουμε ένα κείμενο, πρέπει να σκεφτούμε. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να χρησιμοποιή­σουμε ένα τμήμα της Μνήμης μας που ονομάζεται Μνήμη Εργασίας. Δηλαδή, κάθε φορά που βιώνουμε μια καινούργια κατάσταση για την οποία δεν έχουμε κάποια αποθηκευμένη γνώση στη Μακρά μας Μνήμη ή οι γνώσεις που έχουμε για την κατάσταση που αντιμετωπίζουμε είναι ελλιπείς, τότε παρεμβαίνει η Μνήμη Εργασίας (το τμήμα αυτό της Μνήμης μας που συντονίζει τη διαδικασία της σκέψης). Μέσα από τη μεσολάβηση της Μνήμης Εργασίας συμβαίνει η ενσωμάτωση και η αποθήκευση της νέας γνώσης.

Κάθε φορά που σκεφτόμαστε τη λύση ενός καινούργιου  προβλήματος που αντιμετωπίζουμε χρησιμοποιούμε έντονα τη Μνήμη Εργασίας!

Το πρόβλημα όμως είναι ότι κάθε φορά που η Μνήμη Εργασίας επεξεργάζεται κάποια καινούρια κατάσταση που βιώνουμε ή ένα πρόβλημα που θέλουμε να λύσουμε, εμφανίζει δύο σημαντικές αδυναμίες: α) Έχει μικρή χωρητικότητα και β) έχει μικρή χρονική διάρκεια συγκράτησης δεδομένων. Αυτές οι δύο αδυναμίες απαιτούν επαναληψιμότητα στην προσπάθειά μας για να μάθουμε κάτι. Επιπλέον, αν συμβεί υπερφόρτωση της Μνήμης Εργασίας, δηλαδή αν είναι πολύ μεγάλη η δυσκολία ανάλυσης της νέας κατάστασης που βιώνουμε, τότε η εγγραφή στη Μακρά Μνήμη, δηλαδή την αποθήκη των γνώσεών μας, είναι ισχνή και πιθανά μη αποτελεσματική.

Σκέψη και μάθηση

Είναι αναγκαίο να σκεφτόμαστε κάθε φορά που προσπαθούμε να μάθουμε κάποια νέα γνώση ή να λύσουμε ένα καινούργιο πρόβλημα;
Αφού πρέπει να παρέμβει η Μνήμη Εργασίας, σημαίνει ότι σκεφτόμαστε. Με τον όρο σκέψη φυσικά δεν εννοώ την απλή ονειροπόληση αλλά την συνειδητή προσπάθεια να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει για να λύσουμε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Για παράδειγμα: «Πρέπει να μάθω την προπαίδεια» είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε και για να γίνει αυτό πρέπει να σκεφτούμε. Όμως, το επίπεδο της σκέψης που απαιτείται κάθε φορά ποικίλει ανάλογα με το είδος της καινούργιας γνώσης που πρέπει να μάθουμε. Για παράδειγμα, δεν απαιτείται «βαθιά» σκέψη για να μάθουμε την προπαίδεια, παρόλο που χρειάζεται επικέντρωση της προσοχής μας για την επανάληψη της διαδικασίας μέχρι το σημείο του αυτοματισμού (ένας ρόλος της μνήμης εργασίας είναι και η επικέντρωση της προσοχής σε κάποια γνωσιακή διαδικασία). Πάντοτε όμως, μαθαίνουμε καλύτερα όταν προσπαθούμε μέσω της σκέψης μας να συνδυάσουμε τις καινούργιες με τις προϋπάρχουσες γνώσεις μας, κάτι που είναι ιδιαίτερα αναγκαίο όταν μαθαίνουμε πολύπλοκες γνώσεις.

Ποιο είναι το συμπέρασμα;

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα!! Κάθε φορά που μαθαίνουμε πρέπει να σκεφτόμαστε και η σκέψη δυστυχώς είναι κουραστική και δύσκολη. Σύμφωνα με τον Daniel Willingham (2010)  η σκέψη εκτός από κουραστική είναι αργή και επιπλέον αβέβαιη, αφού είναι επιρρεπής στο λάθος. Ειδικά η τελευταία ιδιότητά της μας δημιουργεί περαιτέρω δυσκολίες αφού πρέπει συνέχεια να αντιλαμβανόμαστε τα λάθη μας και να τα διορθώνουμε, κάτι που είναι δύσκολο να συμβεί ειδικά όταν είμαστε αρχάριοι.
Παρόλα αυτά, η αντιμετώπιση πολλών πραγμάτων που συμβαίνουν στην καθημερινότητά μας γίνεται χωρίς καμία δυσκολία. Πώς όμως γίνεται αυτό αφού η σκέψη μας είναι αργή, κουραστική και επιρρεπής στο λάθος;
Τις περισσότερες καταστάσεις που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας τις αντιμετωπίζουμε αβίαστα διότι στη Μακρά μας Μνήμη υπάρχουν αυτο­ματο­ποιημένες διαδικασίες αντιμετώπισής τους. Αυτές τις αυτοματοποιημένες δια­δικασίες τις έχουμε αποκτήσει μέσα από τις προηγούμενες εμπειρίες μας (Willingham 2010). Η Μνήμη Εργασίας παρεμβαίνει ελάχιστα όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, οπότε οι αυτοματοποιημένες διαδικασίες δεν υπόκεινται στις αδυ­ναμίες της Μνήμης Εργασίας και για το λόγο αυτό γίνονται αυτόματα, χωρίς δυσκολία. Για πα­ράδειγμα, όσοι γνωρίζετε να οδηγείτε προσπαθήστε να θυμηθείτε τον εαυτό σας την εποχή που ήσασταν νέοι οδηγοί. Αντιμετωπίζατε μεγάλη δυσκολία στο συντο­νισμό των διαδικασιών που έπρεπε να ακολουθήσετε κατά τη διάρκεια της οδήγησης. Κάθε σας ενέργεια έπρεπε να τη σκέφτεστε. Με άλλα λόγια κάθε σας ενέργεια έπρεπε να συντονίζεται από τη Μνήμη Εργασίας (που όπως αναφέραμε παραπάνω έχει αδυναμίες). Έτσι ήσασταν σφιγμένοι και «κολλημένοι» στο τιμόνι. Αναλογιστείτε τον εαυτό σας σήμερα που έχετε μεγάλη εμπειρία στην οδήγηση. Όλες αυτές οι διαδικασίες που παλαιότερα χρειάζονταν σκέψη με τον καιρό αυτοματοποιήθηκαν και τώρα οδηγείτε χωρίς κανένα πρόβλημα, συζητάτε με το συνοδηγό, ακούτε μουσική, τραγουδάτε και εσείς, οδηγείτε με το ένα χέρι στο τιμόνι γιατί αισθάνεστε άνετοι. Όταν όμως αντιμετωπίσετε μια νέα κατάσταση, για παράδειγμα ένας τρελός οδηγός που ανεβαίνει τη Σταδίου ανάποδα, τότε και πάλι πρέπει να βάλετε τη Μνήμη Εργασίας να δουλέψει γιατί η νέα κατάσταση που αντιμετωπίζετε θέλει ειδικό χειρισμό.

Η σκέψη εκτός από κουραστική είναι αργή και επιπλέον αβέβαιη, αφού είναι επιρρεπής στο λάθος. Όμως η αντιμετώπιση της καθημερινότητας γίνεται χωρίς καμία δυσκολία εξαιτίας των αυτοματοποιημένων διαδικασιών που έχουμε αποθηκευμένες στη Μακρά Μνήμη.

Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι πράγματι η μάθηση είναι δύσκολη υπόθεση αφού απαιτείται σκέψη η οποία είναι πάντοτε κουραστική, δύσκολη, αργή και επιρρεπής στο λάθος.

Μερικές συνέπειες για την εκπαίδευση

Τι συνέπειες όμως έχουν τα παραπάνω για την εκπαίδευση;

  • Μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε ότι αν ο εγκέφαλός μας έχει την ευκαιρία να διαλέξει μεταξύ της μελέτης ενός κειμένου ιστορίας και του σερφαρίσματος στο internet μάλλον θα επιλέξει το δεύτερο. Τί θα έσπρωχνε όμως έναν μαθητή να επιλέξει το πρώτο; Μα φυσικά τα κίνητρά του τα οποία πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο εσωτερικοποιημένα, δηλαδή να πηγάζουν από τις εσωτερικές του επιθυμίες. Όμως η εσωτερικοποίηση των κινήτρων δεν είναι απλή υπόθεση, ειδικά στην παιδική και εφηβική ηλικία.
  • Όταν στη σχολική αίθουσα επικρατούν καταστάσεις παιδικής χαράς η μάθηση πάσχει. Μέσα από το παιχνίδι μπορεί κάποιος να μάθει αλλά το παιχνίδι αυτό πρέπει να είναι ιδιαίτερα δομημένο με συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς στόχους οι οποίοι πρέπει να μετρώνται με σαφείς διαδικασίες αξιολόγησης.
  • Όταν ένας μαθητής μαθαίνει είναι φυσιολογικό να κουράζεται από τη διαδικασία της μάθησης. Αντίθετα, αν η μελέτη γίνεται επιφανειακά, χωρίς πολύ σκέψη, τότε ο μαθητής δεν κουράζεται και φυσικά η μάθηση είναι ισχνή και μη αποτελεσματική.
  • Κατά τη διάρκεια της μάθησης γίνονται πάντοτε λάθη. Τα λάθη αυτά για κάποιον μαθητή που προσπαθεί είναι φυσιολογικά και προέρχονται από τις ενδογενείς αδυναμίες της Μνήμης κάθε ανθρώπου. Μέσα από τη διαδικασία της μάθησης η σκέψη μας βελτιώνεται σταδιακά και τα λάθη μειώνονται. Ποτέ όμως δεν παύουν να υπάρχουν.
  • Η μάθηση είναι μια αργή διαδικασία. Αν ο στόχος ενός καθηγητή ή δασκάλου είναι να βγάλει γρήγορα την ύλη, τότε οι εκπτώσεις στη μάθηση είναι σχεδόν σίγουρες.
  • Αν η δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας μαθητής κατά τη διάρκεια της μελέτης του υπερβαίνει τις δυνατότητες της Μνήμης Εργασίας του τότε η μάθηση πάσχει. Οι εργασίες που δίνονται προς τους μαθητές πρέπει να είναι προσεκτικά επιλεγμένες και σίγουρα να μην υπερβαίνουν τις δυνατότητες σκέψης που έχουν οι μαθητές ανάλογα με το επίπεδο μάθησης που βρίσκονται.

Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορούμε να πούμε ατράνταχτα ότι η μάθηση είναι δύσκολη υπόθεση και οι μαθητές που προσπαθούν και μαθαίνουν είναι σκληρά εργαζόμενοι. Κατανοώντας εμείς οι δάσκαλοι αυτή την παράμετρο είναι σίγουρο ότι μόνο οφέλη μπορούν να προκύψουν για τους μαθητές μας!!

Βιβλιογραφία:

Willingham, D.T., 2010. Why Don’t Students Like School?, San Francisco, CA, USA: Jossey-Bass.

1 thought on “Eίναι η μάθηση δύσκολη υπόθεση;”

  1. Pingback: Είναι η μάθηση δύσκολη υπόθεση; | Υλικό Φυσικής - Χημείας

Θα χαρώ πολύ να σχολιάσετε τη δημοσίευσή μου!