Τα διαγωνίσματα και ο ρόλος τους(*)

(*) Το άρθρο αυτό απευθύνεται κυρίως στους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς να σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας δε θα βρουν χρήσιμα στοιχεία

Στα μέσα του καλοκαιριού με επισκέφτηκε στο γραφείο μου ένας μαθητής που μόλις είχε τελειώσει τη Β´ λυκείου και είχε ήδη αρχίσει την προετοιμασία του για τη Γ´ λυκείου. Η συνάντησή μας γινόταν στο πλαίσιο μιας συνεδρίας συμβουλευτικής για αποδοτικότερη μάθηση. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης αναδείχθηκε ο εξαιρετικά μεγάλος φόβος του για τα διαγωνίσματα και τα γραπτά τεστ που έγραφε αλλά και πρόκειται να γράψει κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του για τις πανελλήνιες εξετάσεις.

Μαθητής: Δε γράφω καλά στα διαγωνίσματα και φοβάμαι ότι δε θα περάσω στη σχολή που θέλω.

Εγώ: Μα οι εξετάσεις σου αργούν, θα έρθουν σε ένα χρόνο. Τα διαγωνίσματα που γράφεις δεν πρέπει να τα λαμβάνεις ως εξετάσεις οι οποίες κρίνουν το αν θα περάσεις ή όχι στο πανεπιστήμιο, αλλά ως ευκαιρίες μάθησης για να γίνεις καλύτερος στην πορεία σου προς τις τελικές σου εξετάσεις.

Είπαμε και άλλα στο θέμα αυτό και έδειξε να τα καταλαβαίνει, αλλά είναι πιθανό ότι με την πρώτη δυσκολία που θα συναντήσει θα μπουν στο μυαλό του και πάλι οι ίδιες αμφιβολίες που θα τον αγχώνουν. Για να μετριαστεί αυτή η πηγή άγχους χρειάζεται επιμονή στη σωστή διαχείρισή της.
Η ρίζα του προβλήματος είναι πιθανότατα πολύπλοκη. Όμως, το κεντρικό της τμήμα επηρεάζεται έντονα από το ρόλο που έχει αποδώσει ο μαθητής στα διαγωνίσματα και έχει ενστερνιστεί στην πορεία του προς τις εξετάσεις. Την αντίληψη των μαθητών για το ρόλο των διαγωνισμάτων μπορούμε εμείς οι καθηγητές να επηρεάσουμε με απώτερο στόχο να μικρύνει αυτή η πηγή άγχους για τους μαθητές μας.

Στα επόμενα θα αναφερθώ στην κεντρική φιλοσοφία που πρέπει να διέπει το ρόλο των διαγωνισμάτων που γράφει ένας μαθητής κατά την πορεία του προς τις εξετάσεις. Ξεκινώντας όμως, θα περιγράψω τι συμβαίνει συνήθως σήμερα στα σχολεία, στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα μαθήματα και με ποιο τρόπο κάποιες πρακτικές συνεισφέρουν στην αύξηση περιττού άγχους.

Αμφίβολες πρακτικές

Πολύ συχνά ο βαθμός του διαγωνίσματος γίνεται αιτία κατάταξης του μαθητή σε μια βαθμολογική σειρά (από μηδέν έως 100), η οποία συνδέεται συνειδητά ή υποσυνείδητα με την απόδοσή του στις τελικές εξετάσεις. Στη συνείδηση των περισσότερων καθηγητών, των μαθητών και των γονιών τους το διαγώνισμα μετρά με αρκετή ακρίβεια το τι γνωρίζει μέχρι στιγμής ο μαθητής. Αυτή όμως είναι μια εσφαλμένη άποψη διότι τα διαγωνίσματα δεν είναι ούτε αξιόπιστα, ούτε έγκυρα.
Τα διαγωνίσματα είναι διαδικασίες αξιολόγησης που αναφέρονται σε ένα εκτεταμένο τμήμα ύλης. Η εγκυρότητά τους για το τι ακριβώς γνωρίζει ο μαθητής στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που γράφει το διαγώνισμα είναι ιδιαίτερα μικρή. Πράγματι, τα θέματα ενός διαγωνίσματος αποτελούν πολύ μικρό τμήμα των θεμάτων που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην ύλη αυτή, οπότε είναι αδύνατον να βγει ένα ασφαλές συμπέρασμα με ένα μόνο διαγώνισμα πάνω στη συγκεκριμένη ύλη. Με άλλα λόγια, μπορεί σε ένα διαγώνισμα ένας μαθητής να πάει πολύ καλά διότι «έπεσαν» γνωστά- δουλεμένα θέματα, ενώ σε ένα επόμενο διαγώνισμα πάνω στην ίδια ύλη να μην πάει καθόλου καλά, αφού τα θέματα ήταν γι’ αυτόν στριφνά, άρα μη δουλεμένα σωστά.
Επιπλέον, τα διαγωνίσματα σε κάποια μαθήματα όπως είναι κυρίως η Έκθεση ή η Λογοτεχνία, έχουν μειωμένη αξιοπιστία, αφού για το ίδιο διαγώνισμα διαφορετικοί διορθωτές δίνουν συνήθως διαφορετικές βαθμολογίες. Το πρόβλημα αυτό δεν εμφανίζεται τόσο έντονα στα θετικά μαθήματα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει.
Αφού λοιπόν η εγκυρότητα και η αξιοπιστία των διαγωνισμάτων έχει αυτά τα ενδογενή προβλήματα πώς είναι δυνατόν ένα διαγώνισμα να μπορεί να πληροφορεί αξιόπιστα και έγκυρα για το αν ένας μαθητής θα γράψει καλά στις τελικές του εξετάσεις;

Στη συνείδηση των περισσότερων καθηγητών, των μαθητών και των γονιών τους το διαγώνισμα μετρά με αρκετή ακρίβεια το τι γνωρίζει μέχρι στιγμής ο μαθητής. Αυτή όμως είναι μια εσφαλμένη άποψη διότι τα διαγωνίσματα δεν είναι ούτε αξιόπιστα, ούτε έγκυρα.

Πολλές φορές τα θέματα του διαγωνίσματος δε συνάδουν με το επίπεδο του μαθητή, αλλά με το επίπεδο των τελικών εξετάσεων. Δηλαδή, πολλοί καθηγητές θεωρούν ότι στη φάση που οι μαθητές προετοιμάζονται, τα διαγωνίσματα πρέπει να περιλαμ­βάνουν θέματα ανάλογης ή ακόμη και μεγαλύτερης δυσκολίας από αυτά των εξετάσεων, μη λαμβάνοντας όμως σοβαρά υπόψη το επίπεδο των μαθητών. Αυτή η πρακτική είναι ιδιαίτερα αγχωτική για πολλούς μαθητές αφού δε σταθμίζει τις δυνατότητες που έχουν οι μαθητές στην συγκεκριμένη περίοδο μάθησης που βρίσκονται.

Μετά το διαγώνισμα η διόρθωσή του γίνεται συνήθως γρήγορα και η ανατροφοδότηση που λαμβάνει ο μαθητής είναι σχεδόν μηδαμινή. Ναι μεν διορθώθηκαν τα λάθη του στο διαγώνισμα, αλλά ο μαθητής δεν ξέρει γιατί έκανε τα λάθη αυτά, ενώ συνήθως δεν παίρνει σαφείς οδηγίες για το πώς πρέπει να τα διορθώσει. Επιπλέον, η ανάλυση του διαγωνίσματος στην τάξη γίνεται συνήθως από τον καθηγητή που λύνει τα θέματα ώστε οι μαθητές να εκτεθούν στο σωστό, χωρίς όμως την ενεργή συμμετοχή τους σε αυτή τη διαδικασία.

Δεν εμφανίζονται σε κάθε περίπτωση όλα τα παραπάνω ταυτόχρονα. Η γενική φιλοσοφία όμως της κατάταξης του μαθητή μέσω του βαθμού ώστε να πιεστεί να διαβάσει είναι σχεδόν κανόνας που όμως δυστυχώς έχει πενιχρά αποτελέσματα. Ο μαθητής που δεν αποδίδει έχει τις περισσότερες φορές ελλείψεις σε βασικά σημεία της ύλης που καλείται να γνωρίζει, ενώ ο τρόπος μελέτης του είναι συνήθως μη αποδοτικός. Όταν ένας μαθητής γράφει διαγώνισμα και δεν αποδίδει σε αυτό, το παιχνίδι της μάθησής του και της καλής του απόδοσης έχει χαθεί πολύ πριν γράψει διαγώνισμα, ενώ η χιονοστιβάδα των ελλείψεών του χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση και δεν πρέπει να καλύπτεται κάτω από τη γενική συμβουλή: «… πρέπει να διαβάζεις περισσότερο». Σίγουρα είναι καλό να διαβάζει περισσότερο αλλά έχει ιδιαίτερη αξία να πληροφορηθεί ο μαθητής τι ακριβώς πρέπει να διαβάσει και πώς ακριβώς πρέπει να το διαβάσει!

Το διαγώνισμα ως μέσο μάθησης

Η αξιολόγηση ενός μαθητή στη διάρκεια της μαθησιακής του πορείας (είτε μέσω διαγωνισμάτων, είτε μέσω γραπτών τεστ, είτε μέσω προφορικής διαδικασίας) πρέπει να έχει ως βασικό στόχο τη μάθηση και όχι την κατάταξή του σε μια βαθμολογική λίστα. Κάθε απόκλιση από το στόχο αυτό αυξάνει τις πιθανότητες δημιουργίας περιττού άγχους. Φυσικά, η βαθμολογική κατάταξη του μαθητή είναι ένα αναγκαίο κακό και πρέπει να γίνει κάποια στιγμή. Παρόλα αυτά, στη διαδρομή προς τις εξετάσεις η καλλιέργεια του κλίματος μάθησης μέσω της αξιολόγησης είναι ιδιαίτερα σημαντική και οδηγεί σε εξαιρετικά αποτελέσματα χωρίς την πίεση του άγχους. Από το κάθε διαγώνισμα ο εκπαιδευτικός πρέπει να εξάγει συμπεράσματα και με βάση αυτά να βοηθήσει το μαθητή να υπερβεί τις δυσκολίες του. Με άλλα λόγια η σημασία της αξιολόγησης πρέπει να βασίζεται κυρίως στη διαχείριση των συμπερασμάτων που προκύπτουν από αυτή και όχι στην απόδοση αυτή καθεαυτή.

Επιπλέον, είναι γνωστό ότι όσες περισσότερες φορές ο μαθητής ανακαλεί και εφαρμόζει τις γνώσεις που μαθαίνει, τόσο περισσότερο αυτές ισχυροποιούνται στη μακρά του μνήμη. Για το λόγο αυτό η ύπαρξη συχνών διαδικασιών που ωθούν το μαθητή να ανακαλεί και να εφαρμόζει τις γνώσεις του είναι ιδιαίτερα απαραίτητες για να ισχυροποιηθεί η μάθησή του. Αυτή ακριβώς η χρησιμότητα πρέπει να τονίζεται όταν οι καθηγητές μιλάμε για τα διαγωνίσματα καθώς και για τις άλλες μορφές αξιολόγησης. Αλλά για να καταφέρουμε να περάσουμε στη συνείδηση του μαθητή την αξία των διαγωνισμάτων ως μέσο μάθησης, πρέπει η συμπεριφορά μας να ευθυγραμμίζεται με την άποψη αυτή. Να μη μένουμε δηλαδή στα λόγια!

Στα επόμενα αναφέρω σημαντικές ενέργειες – προτάσεις που μπορούμε να κάνουμε πριν και μετά το διαγώνισμα ώστε να αντιληφθεί ο μαθητής ότι ο ρόλος του διαγωνίσματος πρέπει να είναι κατεξοχήν μαθησιακός.

Καλές πρακτικές για πριν το διαγώνισμα

Πληροφορούμε τους μαθητές ότι ο βασικός στόχος του διαγωνίσματος είναι να κάνουν μια πολύ καλή επανάληψη στην ύλη που θα εξεταστούν. Επιπλέον, τους εξηγούμε τι ακριβώς σημαίνει πολύ καλή επανάληψη και αναφέρουμε προτεινόμενα βήματα που απαιτείται να ακολουθήσουν ώστε να υλοποιηθεί η επανάληψη αυτή.
Φυσικά, πολύ καλή επανάληψη δεν μπορεί να κάνει ένας μαθητής από τη μια μέρα στην άλλη, ειδικά μάλιστα όταν η ύλη του διαγωνίσματος είναι εκτεταμένη. Για το λόγο αυτό, προειδοποιούμε τους μαθητές για το διαγώνισμα τουλάχιστον δύο εβδομάδες πιο πριν ή και παραπάνω (ειδικά αν μιλάμε για μαθητές της Γ΄ λυκείου), ώστε να προλάβουν να ακολουθήσουν τα προτεινόμενα βήματα της καλής επανάληψης.
Επίσης, αναφέρουμε στους μαθητές μας ότι ένας ακόμη σημαντικός στόχος του διαγωνίσματος είναι η καλή διαχείριση του χρόνου την ώρα που γράφουν το διαγώνισμα, συμβουλεύοντάς τους εκ των προτέρων για τις βέλτιστες πρακτικές στο θέμα αυτό.

Τονίζουμε στους μαθητές μας, σε κάθε διαγώνισμα που γράφουν, ότι δε μας ενδιαφέρει ο βαθμός που θα γράψουν, αλλά η καλή επανάληψη που θα κάνουν.  Η απόδοση στο διαγώνισμα δεν αποτελεί βασικό στόχο, αφού οι μαθητές βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της μάθησης και είναι φυσιολογικό να κάνουν λάθη.  Ειδικά στα πρώτα διαγωνίσματα αυτό πρέπει να γίνεται έντονα ώστε να αποσυνδέσουν στη συνείδησή τους το βαθμό που θα γράψουν στο διαγώνισμα με το βαθμό των τελικών τους εξετάσεων. Μάλιστα, μια τεχνική είναι να μην μπει βαθμός στο πρώτο διαγώνισμα (χωρίς να το ξέρουν οι μαθητές εκ των προτέρων), ώστε όλο το ενδιαφέρον να εστιαστεί στη μάθηση που επιτελέστηκε και ενισχύθηκε μέσω της επανάληψης.

Τα θέματα του διαγωνίσματος πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στα μέτρα του μαθητή. Αυτό σημαίνει ότι αδίδακτα θέματα ή εξαιρετικά πολύπλοκα θέματα με σκοπό να διαπιστώσουμε πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει ένας μαθητής είναι κακή πρακτική και οδηγεί σε αύξηση του άγχους, ενώ απευθύνεται σε ελάχιστο ποσοστό μαθητών. Συνάμα, τέτοιου είδους διαγωνίσματα δε συνεισφέρουν σε καμία περίπτωση στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησης της συντριπτικής πλειοψηφίας των μαθητών, μιας και περιλαμβάνουν το μήνυμα ότι παρόλο που έκανες καλή επανάληψη και διάβασες, δεν έγραψες, άρα δεν πρόκειται ποτέ να γράψεις καλά όσο και να διαβάσεις. Δηλαδή περιλαμβάνουν το μήνυμα ότι η αποτυχία ή η επιτυχία δεν είναι θέμα του ίδιου του μαθητή αλλά θέμα εξωγενών παραγόντων τους οποίους ο μαθητής δεν μπορεί να επηρεάσει, οπότε μοιραία οδηγείται σε κάμψη της προσπάθειάς του.
Σε ένα σχολείο ή σε ένα φροντιστήριο με πολλούς μαθητές και πάλι δεν πρέπει να δίνεται το ίδιο διαγώνισμα σε όλους τους μαθητές. Αφού εξηγηθεί στους μαθητές ο ρόλος που πρέπει να έχει το διαγώνισμα, είναι καλό και συνάμα δίκαιο να γίνει χωρισμός των μαθητών ανάλογα με τη δυναμικότητά τους σε δύο ή τρία γκρουπ και τα θέματα να διαφοροποιηθούν για κάθε γκρουπ. Είναι κατανοητό ότι αυτό έχει λίγο περισσότερο κόπο  αλλά δεν είναι απαραίτητο όλα τα θέματα στα δύο ή τρία γκρουπ να είναι διαφορετικά!

Καλές πρακτικές για μετά το διαγώνισμα

Η διόρθωση των διαγωνισμάτων πρέπει να ολοκληρώνεται σε μικρή χρονική απόσταση από την ημέρα που οι μαθητές έγραψαν το διαγώνισμα, ώστε όταν θα πάρουν διορθωμένο το διαγώνισμα στα χέρια τους να θυμούνται καλά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτηκαν για να γράψουν αυτά που έγραψαν καθώς και τη διαδικασία που ακολούθησαν για να κάνουν επανάληψη.
Πάνω στο γραπτό τονίζουμε τα λάθη, αλλά και τα θετικά σημεία του διαγωνίσματος.
Είναι σημαντικό η διόρθωση των διαγωνισμάτων να περιλαμβάνει επόμενα συγκεκριμένα βήματα για το μαθητή. Δηλαδή, αν ένας μαθητής έχει κάνει κάποιο λάθος, τι είναι εκείνο που πρέπει στη συνέχεια να μελετήσει ώστε να μην ξαναγίνει αυτό το λάθος; Αν δώσουμε στο μαθητή το διαγώνισμα έχοντας τονίσει απλά τα λάθη του, η διαδικασία μάθησης μέσω του διαγωνίσματος δεν είναι ολοκληρωμένη. Έτσι, αν έχουμε την ευκαιρία – πολυτέλεια να ασχοληθούμε με τον κάθε μαθητή ξεχωριστά, τότε δίνουμε σε αυτόν οδηγίες για να διορθώσει τα λάθη του και να καλύψει τα κενά του. Αν πάλι οι μαθητές μας είναι πολλοί, τότε ομαδοποιούμε τα λάθη που έγιναν και προτείνουμε στους μαθητές να δουλέψουν συγκεκριμένα  θέματα που σε γενικές γραμμές δεν πήγαν καλά. Φυσικά, η τελευταία προσέγγιση δεν στοχεύει αποκλειστικά έναν μαθητή. Μπορούμε όμως σε κάθε γραπτό ατομικά να δίνουμε σύντομες γραπτές οδηγίες επόμενης μελέτης.

Όταν ένας μαθητής γράφει διαγώνισμα και δεν αποδίδει σε αυτό, το παιχνίδι της μάθησής του και της καλής του απόδοσης έχει χαθεί πολύ πριν γράψει διαγώνισμα, ενώ η χιονοστιβάδα των ελλείψεών του χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση και δεν πρέπει να καλύπτεται κάτω από τη γενική συμβουλή: «… πρέπει να διαβάζεις περισσότερο».

Τέλος, μια καλή πρακτική είναι να γίνεται συζήτηση μέσα στην τάξη για το πώς προσέγγισε ο κάθε μαθητής το διαγώνισμα. Δηλαδή, πώς διάβασε, πώς έκανε επανάληψη, πώς είδε τα θέματα, τι έπρεπε να κάνει καλύτερα και τι πρέπει να κάνει στο επόμενο διαγώνισμα. Αυτή η διαδικασία της αυτό-αξιολόγησης ενισχύει τις μεταγνωστικές δεξιότητες των μαθητών (δηλαδή τη δυνατότητά τους να αξιολογούν τις γνώσεις τους = το τι γνωρίζουν ή δεν γνωρίζουν), κάτι που είναι ιδιαίτερο χρήσιμο για την επόμενη πορεία τους.

Επίλογος

Tα διαγωνίσματα έχουν εδραιωθεί στη συνείδηση των μαθητών, των γονέων τους και των καθηγητών ως μέσο βαθμολογικής κατάταξης με αποτέλεσμα η κυρίαρχη αυτή πεποίθηση να μεγαλώνει το άγχος για την απόδοση. Αντίθετα, για να συνεισφέρει το διαγώνισμα στη μαθησιακή πορεία του μαθητή πρέπει να είναι εργαλείο μάθησης και όχι εργαλείο μέτρησης της απόδοσης. Έτσι πρέπει να καθίσταται σαφές ότι ο βασικός ρόλος του διαγωνίσματος είναι η  καλή επανάληψη, ενώ ένας δεύτερος ρόλος είναι να διαχειριστούν σωστά οι μαθητές το χρόνο του διαγωνίσματος. Σε καμιά περίπτωση δεν τονίζουμε πριν ή μετά το διαγώνισμα την απόδοση του μαθητή, αλλά επικεντρωνόμαστε στο τι πρέπει να συμβεί ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη που έγιναν στο διαγώνισμα.
Η μετακίνηση του στόχου για το ρόλο του διαγωνίσματος είναι εφικτή, αλλά χρειάζεται επιμονή από τη μεριά του καθηγητή με πράξεις και όχι μόνο με λόγια.
Η κακή απόδοση σε ένα διαγώνισμα δείχνει τις χαμένες ευκαιρίες για μάθηση τις προηγούμενες μέρες, εβδομάδες ή μήνες πριν το διαγώνισμα. Συνεπώς, η αξιολόγηση δεν πρέπει να γίνεται με ένα διαγώνισμα κάθε τετράμηνο ή κάθε μήνα, αλλά πρέπει να συμβαίνει καθημερινά με διάφορους τρόπους, γραπτούς ή προφορικούς με σκοπό τη διόρθωση της μαθησιακής πορείας. Δυστυχώς, η αξιολόγηση έχει δαιμονοποιηθεί στις μέρες μας. Όμως, η αξιολόγηση με σκοπό την καλύτερη μάθηση, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για τους μαθητές μας!

5 thoughts on “Τα διαγωνίσματα και ο ρόλος τους(*)”

  1. Pingback: Tα διαγωνίσματα και ο ρόλος τους | Υλικό Φυσικής - Χημείας

  2. Νικόλαος Μαρκόπουλος

    Χρησιμοποιείτε πολλά στοιχεία της διαμορφωτικής αξιολόγησης και καλά κάνετε. Μόνο που αυτό είναι αρκετό δύσκολο να επιτευχθεί σε ένα χώρο πλήρως ανταγωνιστικό, όπως είναι η γ λυκείου. Με μια πραγματική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θα στόχευε περισσότερο στην ανάπτυξη των κλίσεων και των ενδιαφερόντων των μαθητών αυτού του είδους η αξιολόγηση θα ήταν ιδιαίτερα αποδοτική.

  3. Καλημέρα κύριε Μαρκόπουλε και ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο.

    Έχετε δίκιο για τη δυσκολία του εγχειρήματος μιας και ο ανταγωνισμός εμποτίζει τις προσπάθειες των μαθητών. Σε ένα άλλο εκπαιδευτικό σύστημα ίσως τα πράγματα ήταν καλύτερα.

    Η δική μου προσέγγιση (την οποία εφαρμόζω και στους μαθητές μου) επικεντρώνεται περισσότερο στην αποφόρτιση του διαγωνίσματος (και γενικότερα της αξιολόγησης) από το βαθμό. Η υπέρμετρη σημασία που δίνεται στο βαθμό του διαγωνίσματος, κατά την προσωπική μου άποψη, εκτροχιάζει τη διαδικασία της μάθησης. Την προσέγγιση που ανέφερα τη θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμη και για τη Γ λυκείου. Όμως, δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί αφού χρειάζεται μεγάλη επιμονή και προσεκτικά βήματα από τον καθηγητή που διδάσκει.

  4. Μιχάλης Γαλάνης

    Πολύ χρήσιμες οι επισημάνσεις καλών πρακτικών. Πιστεύω ότι πιο εύκολα μπορούν να χρησιμεύσουν σε μικρότερες τάξεις. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να εκπαιδευτούν οι μαθητές στη διαχείριση του άγχους στα διαγωνίσματα και φτάνοντας στη Γ΄Λυκείου να τους είναι πιο εύκολο να ανταποκριθούν.

    1. θα ήταν ευχής έργον οι προτάσεις που έκανα στο post να ακολουθούνται και από τους εκπαιδευτικούς μικρότερων τάξεων. Το σημαντικότερο όφελος είναι η απενοχοποίηση του λάθους και η καλλιέργεια κουλτούρας μάθησης!!

Θα χαρώ πολύ να σχολιάσετε τη δημοσίευσή μου!